ΟΙ ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, 1915-2015

 

του Δημήτρη Π. Κυριακαράκου

Η εμπειρία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ή άλλως Μεγάλου Αποικιοκρατικού Πολέμου, ώθησε τις εμπλεκόμενες δυνάμεις σε υιοθέτηση επιφυλακτικής, σχεδόν αυταπομονωτικής διπλωματικής κουλτούρας. Στον πόλεμο αυτό χρησιμοποιήθηκαν τα πρώτα «καινοτόμα» όπλα μαζικής καταστροφής: τα φλογοβόλα, τα τοξικά αέρια, τα υποβρύχια, τα αερόπλοια ζέπελιν. Η, ήδη από το έτος 1871, υπό τον Βίσμαρκ ηνωμένη, Γερμανία είχε κατορθώσει να δημιουργήσει στιβαρό μοντέλο διακυβέρνησης βαρέως βιομηχανικού, μιλιταριστικού βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού.

Με ποιες σκοπιμότητες; Την κατοχύρωση του μερτικού της στην κατασκευή του υπεριρανικού σιδηροδρόμου, από την Πόλη έως την Τεχεράνη, και παράλληλα την κατοχύρωση του μερτικού της στις προσόδους του διηπειρωτικού εγχειρήματος ‘scramble for Africa’. Τα μεγαλεπήβολα αυτά γεωστρατηγικά σχέδια ήταν αναμφίβολα ιδιαζόντως ακριβά και απαιτούσαν, για τη επιτυχή εκπόνησή τους, «αξιόπιστους» εταίρους. Για να λογίζεται ένας εταίρος «αξιόπιστος», είναι ουσιώδες να τον έχει ο ίδιος ο χρήστης του εξοπλίσει και εκπαιδεύσει.

 

Η Γερμανία, εν προκειμένω, αποπειράθηκε  να αξιοποιήσει ως «δορυφόρο» της την παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία αφότου πρωτίστως την είχε προμηθεύσει με σύγχρονα όπλα και είχε εκπαιδεύσει το στρατό της κατά τα γερμανικά πρότυπα. Η Krupp έκανε «χρυσές» δουλειές και μάλιστα με τουρκικές «φούντες».

Εμπόδιο σε αυτά τα «οράματα» στεκόταν, μεταξύ άλλων και, το ελληνικό στοιχείο με τις αλυτρωτικές του βλέψεις. Στη μεν Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Γερμανοί δια των πρακτόρων τους, των διασυνδεδεμένων με τους Νεότουρκους αξιωματικούς, ξεκίνησαν εκστρατεία αλλοίωσης του επικυρίαρχου ελληνικού επιχειρηματικού-πολιτισμικού κοινοτικού  ιστού, ανατροπής δηλαδή του, ήδη από το έτος 1831, σφυρηλατηθέντος συνταγματικού moratorium του Σουλτάνου με τον σχεδόν αυτοδιοικούμενο μικρασιατικό Ελληνισμό ο οποίος δια των ποικίλων επωφελών κοινωνικών του παρεμβάσεων διασφάλιζε την ευημερία της Αυτοκρατορίας και τη σουλτανική γαλήνη.

Στη δε Ελλάδα ο γαμπρός του Κάιζερ, Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος, μετέπειτα βασιλεύς, ενόσω ο Ελληνισμός γευόταν το γλυκόπιοτο κρασί της νίκης στον Ι Βαλκανικό Πόλεμο, πρόκρινε, στην Κυβέρνηση Βενιζέλου, την «επιτακτική» ανάγκη εκσυγχρονισμού του Ελληνικού Στρατού με γερμανικά όπλα και εκπαίδευση, αντί με  γαλλικά, θέτοντας τοιουτοτρόπως τον ακρογωνιαίο λίθο για την απαρχή του Εθνικού Διχασμού. Ο Διχασμός εγένετο με αφορμή τη διαφωνία Κωνσταντίνου – Βενιζέλου αναφορικά με εργολαβία μεγέθους «αγοράς του αιώνα» για τα δημοσιονομικά δεδομένα της εποχής. Η διαφωνία αυτή κλιμακώθηκε με τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν πια τα όπλα, οιασδήποτε κατασκευής και προέλευσης, σίγησαν γιατί δεν είχαν κάτι περαιτέρω να προσθέσουν, ή να αφαιρέσουν. Με την παλινόρθωση του Στέμματος, δια του Κινήματος του έτους  1935, η Ελλάς περνά σταδιακά στη σφαίρα επιρροής της Μ. Βρετανίας, θεωρώντας την επιλογή αυτή την ασφαλέστερη όλων. Οι εξοπλισμοί καθίστανται Βρετανικό προνόμιο, ακόμα και για τα Σώματα Ασφαλείας, μέχρις ότου το έτος 1959 ο Υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ να ξεκινήσει την επιχείρηση απομάκρυνσης της Χώρας από την επιρροή και αυτής της παρακμάζουσας  Αυτοκρατορίας δια της πολιτικής της προσέγγισης των Η.Π.Α. Νέα, αέναα προγράμματα εξοπλισμών υλοποιούνται επ´αφορμή της «προληπτικής» άμυνας απέναντι στον περίφημο «κομμουνιστικό κίνδυνο».

 

‘Άμυνα’, είναι ο όρος ο οποίος επικράτησε στη μεταπολεμική διεθνή νομική, πολιτική και διπλωματική ορολογία. Ένας όρος σωστό άλλοθι για τη μεθόδευση αλλεπάλληλων εξοπλιστικών δαπανών. Σημειολογικά, προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τα αρμόδια για τη χάραξη συγκρουσιακής στρατηγικής  χαρτοφυλάκια ονομάζονταν: Υπουργείο Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, αντίστοιχα. Εν καιρώ πολέμου, και της συνεπαγόμενης σχετικής κήρυξης στρατιωτικού νόμου, συγχωνεύονταν υπό την ονομασία ‘Υπουργείο Πολέμου’. Μετά το πέρας του ΙΙ Πολέμου, υιοθετήθηκε ο τίτλος ‘Υπουργείο Άμυνας’ και κατά συνέπεια ο επιθετικός προσδιορισμός ‘αμυντικές’ για τις δαπάνες των εξοπλισμών. Μεταπολεμικά, οι πολιτείες υιοθετούν συλλογική συνείδηση ‘αμυνόμενου’, συνείδηση δικαίου σκοπού, δηλαδή. Μετά το έτος 1945, άπαντες ‘αμύνονται’, ουδείς αισθάνεται ‘επιθετικός’. Η πραγματικότητα όμως δεν αλλάζει με ευφημιστικές ονομασίες. Η δύναμη που προμηθεύει τον εξοπλισμό σε μία πολιτεία τον προμηθεύει με την προοπτική η τελευταία μέσω αυτού να διεξαγάγει πόλεμο όταν χρειαστεί. Πότε θα χρειαστεί; Ασφαλώς όταν ο «προμηθευτής» το κρίνει απαραίτητο.

Ο κριτικός «διχασμός»  αναφορικά με τις σφαίρες επιρροής και την «ωφελιμότητά» τους απασχόλησε τη Χώρα μας για άλλες δύο γενναιές τουλάχιστο. Το πολιτικό σύστημα καλείτο και προκαλείτο, ανά τις δεκαετίες, να «ευχαριστεί» άπαντες τους εν τω Ν.Α.Τ.Ο. αδελφούς: F 16 και πύραυλοι Patriot εξ Η.Π.Α., τεθωρακισμένα Leopard εκ Γερμανίας, ελικόπτερα Augusta Bell εξ Ιταλίας, Alouette εκ Γαλλίας,  για το δε Ναυτικό μας αμερικανικά Sikorsky και για το Στρατό Apache. Να μην παραλείψουμε όμως τα ρωσικά ραντάρ και τις νορβηγικές ρουκέτες. Μία χώρα μετά βίας 11 εκ. ψυχών, κατά την τελευταία δεκαετία δοκιμαζόμενων, παραμένει ο πιο σταθερός πελάτης της ευρωπαϊκής και αμερικανικής αγοράς οπλικών συστημάτων, τρίτος μεγαλύτερος στο N.A.T.O.

Η προτροπή του Γ.Γ. της Συμμαχίας, κ. Στόλτενμπεργκ, η Ελλάδα να τηρήσει το ποσοστό των εξοπλιστικών δαπανών τουλάχιστο στο 2% του Α.Ε.Π., λόγω της Μεσογείου που φλέγεται, δε βοηθά. Πόσο μάλλον όταν η Μεσόγειος δε φλέγεται υπαιτιότητι της Ελλάδος που προσφέρει στην Ε.Ε., ήδη από το 2015, σημαντική ανθρωπιστική υπηρεσία.

Εκεί που θεωρήσαμε πως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, που δεν του έμελλε να γίνει θερμός, αν και λίγο έλειψε, σήμανε την απαρχή της παγκόσμιας ειρήνης μας προέκυψε ο λεγόμενος «πόλεμος των Πολιτισμών». Η αγορά των οπλικών συστημάτων βρίσκει τους τρόπους να αναβιώνει και η αποσταθεροποίηση νευραλγικών γεωγραφικών ζωνών παράγει το «κερδοφόρο» έδαφος για την αναβίωση αυτή. Που θα ήταν η αγορά αυτή εάν δεν είχε αποσταθεροποιηθεί η Γιουγκοσλαβία, το έτος 1990, εάν δεν είχαν ανατραπεί ο Σαντάμ, ο Καντάφι, ο Μουμπάρακ, κατά τη πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, και εάν σήμερα δεν κλυδωνιζόταν ο Άσαντ; Αρκεί να λάβουμε υπόψη πως η τελευταία πολεμική επιχείρηση κατά του Ιράκ και του Αφγανιστάν, το έτος 2001, πραγματοποιήθηκε όχι κατά βάση από τον επίσημο στρατό των Η.Π.Α. αλλά από ιδιωτική εταιρεία παροχής εκστρατευτικών υπηρεσιών, τη Halliburton, που διαγωνίστηκε για να «αναλάβει τη δουλειά». Οι υποδείξεις της Σχολής του Σικάγο, στην Κυβέρνηση Μπους του νεότερου, για οικονομίες κλίμακος, με το πρόσχημα του να μη εκλείψουν ή ψυχασθενήσουν άλλα παλικάρια αμερικανών οπλιτών, είχαν προφανώς θερμή απήχηση και σε ρόλο «πειραματόζωου» τον Ιρακινό Λαό.

Η Ελλάδα όμως δε δικαιούται να παράξει τις δικές τις οικονομίες κλίμακος παρά το γεγονός πως οι δανειακές συμβάσεις την έχουν δοκιμάσει πέραν των ορίων της. Τουναντίον, πιέζεται να απεκδυθεί κερδοφόρων και στρατηγικής σημασίας υποδομών όπως είναι, λ.χ., η Δ.Ε.Η. Να καταστεί, δηλαδή, ακόμα πιο ευάλωτη σε εποχές οπότε η ενέργεια δύναται να αποτελέσει θεμέλιο αυτοδιάθεσης λαών και προαγωγής ειρηνικών αναπτυξιακών δράσεων. Όσο για τα Ε.Α.Σ., και αυτά μετά βίας τηρούνται στο δημόσιο έλεγχο.

Τα τελευταία 100 χρόνια μας διδάσκουν πως η ειρήνη στην περιοχή μας ξεκινά με την αξιοποίηση της γεωπολιτικής μας θέσης. Είμαστε γεωπολιτικά χρήσιμοι, πρέπει να το πιστέψουμε και να οικοδομήσουμε πάνω στην πίστη αυτή. Ως νοτιοανατολική πύλη της Ε.Ε. και συνδετικός κρίκος τριών ηπείρων συμφέρει άπαντες του γείτονες να απολαμβάνουμε σταθερότητα στην περιοχή μας. Οι αλλεπάλληλοι εξοπλισμοί γεννούν νέες σχέσεις εξάρτησης ή διαιωνίζουν παλαιότερες. Η Χώρα μας θα καθίσταται ολοένα πιο ασφαλής εάν επενδύει στη «βιομηχανία της ειρήνης», λ.χ., στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις διαπολιτισμικές εκπαιδευτικές δράσεις, σε προγράμματα μεταφοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας που θα προάγουν την πληροφορία, τη γνώση και τη δημοκρατία. 100 και πλέον χρόνια μετά ο Κρητικός Βενιζέλος, ο Μανιάτης Κουμουνδούρος και ο Επτανήσιος Καποδίστριας μας εμπνέουν, μεταξύ άλλων, και ως συνετοί διαχειριστές γιατί η σύνεση γεννά ειρήνη!

Ο Δημήτρης  Π. Κυριακαράκος είναι δικηγόρος LLM. Το παραπάνω κείμενο ήταν η εισήγησή του σε ημερίδα του ΠΑΔΟΠ στον ΔΣΑ, με θέμα « Διεθνείς και εθνικές επιπτώσεις από την πρωτοφανή αύξηση των παγκοσμίων στρατιωτικών δαπανών – Στοιχεία 2015»